top of page
Search

Η ανάλυση κύκλου ζωής στη διαχείριση στερεών αποβλήτων

Αναδημοσίευση από ΕΕΔΣΑ e-magazine



Ένα από τα δημοφιλή εργαλεία λήψης απόφασης στη διαχείριση στερεών αποβλήτων είναι η ανάλυση κύ-

κλου ζωής (ΑΚΖ). Ξεκίνησε ως εργαλείο υπολογισμού των περιβαλλοντικών εκπομπών ή περιβαλλοντικών

βαρών (burdens) που σχετίζονται με τη λειτουργία συστημάτων διαχείρισης στερεών αποβλήτων (ΔΣΑ).

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, είχαν ήδη αναπτυχθεί απλά προγράμματα σε λογιστικά φύλλα, τα οποία

ενσωμάτωναν βάσεις δεδομένων περιβαλλοντικών εκπομπών. Το χαρακτηριστικό της ΑΚΖ είναι ότι υπο-

λογίζει τις άμεσες εκπομπές, κατά τη λειτουργία ενός συστήματος διαχείρισης απορριμμάτων, τις έμμεσες

εκπομπές, που μπορεί να είναι παρελθοντικές ή μελλοντικές και τις αποφυγόμενες εκπομπές.

• Άμεσες είναι οι εκπομπές που παράγονται κατά τη λειτουργία του συστήματος (π.χ. το ορυκτό CO2κατά την καύση του πετρελαίου που χρησιμοποιείται για την κίνηση μηχανημάτων σε μία μονάδα επεξεργασίας απορριμμάτων-ΜΕΑ, το μεθάνιο που διαφεύγει από ένα ΧΥΤΑ κ.α.). Εδώ δόθηκε αρχικά έμφαση μόνο στα αέρια θερμοκηπίου (π.χ. ορυκτό CO2, μεθάνιο, Ν2Ο) αλλά στη συνέχεια επεκτάθηκε σε εκπομπές που σχετίζονται με άλλες περιβαλλοντικές επιπτώσεις (π.χ. ευτροφισμός, οξίνιση λιμνών, μείωση αβιοτικών πόρων,

καταστροφή όζοντος, ανθρώπινη τοξικότητα κ.α.)

• Έμμεσες είναι οι εκπομπές που προέρχονται από δραστηριότητες που έχουν να κάνουν με την κατασκευή υλικών της ΜΕΑ (π.χ. τα πλαστικά μόνωσης που τοποθετούνται σε ένα ΧΥΤΑ «κουβαλούν» μαζί τους εκπομπές που προέκυψαν από την κατασκευή τους λόγω της εξόρυξης του πετρελαίου και μεταποίησής του σε μονωτικά, την καύση πετρελαίου για τη μεταφορά τους στο χώρο κ.α. ). Επίσης, εδώ ανήκουν και οι εκπομπές που παράγονται από την κατανάλωση ηλεκτρισμού στη ΜΕΑ, αφού αυτές παράγονται από μονάδες

παραγωγής ηλεκτρισμού εκτός του χώρου.

• Αποφυγόμενες εκπομπές, που είναι και το χαρακτηριστικό στοιχείο των ΑΚΖ, είναι οι εκπομπές που δεν παράγονται από κάποια δραστηριότητα ή υλικό (άρα αποφεύχθηκαν) επειδή αυτό αντικαταστάθηκε από κάποια άλλη δραστηριότητα ή άλλο υλικό. Παραδειγματικά, η καύση απορριμμάτων παράγει αέριες εκπομπές και ενέργεια. Η ενέργεια Χ που παράγεται από Ζ τόνους απορριμμάτων αντικαθιστά ισοδύναμη ενέργεια Χ που θα παραγόταν από Υ τόνους ενός συμβατικού καυσίμου (π.χ. λιγνίτη). Οι εκπομπές καύσης

από τους Υ τόνους λιγνίτη (που τελικά αποφεύχθηκαν) παραδοσιακά αφαιρούνται από τις συνολικές εκπομπές του συστήματος. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε θετικές, μηδενικές αλλά και αρνητικές περιβαλλοντικές εκπομπές. Το τελευταίο είναι επιθυμητό στις ΑΚΖ, αφού υποδηλώνει περιβαλλοντικό όφελος. Όσο περισσότερο αρνητική είναι μία περιβαλλοντική εκπομπή, τόσο πιο ωφέλιμη είναι τελικά (π.χ. -35 kg C-CO2eq/t ΑΣΑ).

Υπάρχει τεράστια βιβλιογραφία για όλα τα παραπάνω, και διαφορετικές προσεγγίσεις σε πολλά θέματα.

Ένα ευαίσθητο σημείο στις ΑΚΖ είναι η παραγωγή του βιογενούς CO2, που παραδοσιακά δεν λαμβάνεται υπόψη ως αέριο θερμοκηπίου, (είναι θερμοκηπιακά ουδέτερο), σε αντίθεση με το ορυκτής προέλευσης CO2,

που πάντα λαμβάνεται υπόψη. Κάποιες προσεγγίσεις λοιπόν λαμβάνουν υπόψη τους και το βιογενές CO2 ως θερμοκηπιακό αέριο, με την προϋπόθεση ότι εισάγεται στο σύστημα και ο αποθηκευμένος άνθρακας.

Επίσης, κάποιες πρόσφατες προσεγγίσεις θεωρούν ότι το βιογενές CO2που προέρχεται από την καύση ξύλου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως θερμοκηπιακή εκπομπή, αφού τα δάση που θα αντικαταστήσουν την ξυλεία που κάηκε χρειάζονται πολλά έτη μέχρι να φτάσουν στο επίπεδο επόμενης συγκομιδής προς ξυλεία.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα προγράμματα ΑΚΖ, τα οποία εξελίχθηκαν σε «μαύρα κουτιά»,Έγιναν δημοφιλή και μάλιστα έγινε κατάχρηση αυτών ακόμα και από μη ειδικούς στη ΔΣΑ. Ήταν εύκολο να εισάγεις σε αυτά τα προγράμματα μία σύσταση απορριμμάτων, να πατήσεις ένα κουμπί και να βγάλεις συμπεράσματα.

Πόσο αξιόπιστα είναι όμως τα δεδομένα που «κουβαλούν» πίσω τους και πόσο κατανοητές είναι οι διαφορετικές επιλογές που παρέχουν τα προγράμματα στο χρήστη;

Απαιτείται αρκετή μελέτη για την κατανόησή τους.

Με τα χρόνια, δημιουργήθηκαν τεράστιες βάσεις δεδομένων εκπομπών και ενέργειας από πολλαπλές δραστηριότητες και υλικά, με υψηλή λεπτομέρεια σε εθνικό επίπεδο. Παραδειγματικά, ποιες είναι οι περιβαλλοντικές εκπομπές και ενέργεια εξόρυξης 1 kg λιγνίτη στην Ελλάδα ή ενός L πετρελαίου στις ΗΠΑ, ποιες είναι οι περιβαλλοντικές εκπομπές παραγωγής 1 kg PET στη Γερμανία, ποιες οι περιβαλλοντικές εκπομπές ταφής ενός kg χαρτονιού στη Γαλλία κ.ο.κ. Οι βάσεις αυτές (π.χ. Ecoinvent®) είναι διαθέσιμες από τις εται-

ρείες ανάπτυξής τους στους ερευνητές με κόστος υψηλό.

Οι χρήστες των προγραμμάτων ΑΚΖ πρέπει να είναι, όμως, προσεκτικοί στην εισαγωγή των δεδομένων αυτών και να προσδιορίζουν με ακρίβεια τα όρια του συστήματος, που είναι και το αδύναμο σημείο των ΑΚΖ. Στα λογισμικά αυτά δίνεται η δυνατότητα να

κάνεις κάποιος δικές του μετρήσεις και να εισάγει τις εκπομπές που θεωρεί ορθές, ενώ πάντα συνίσταται η υλοποίηση ανάλυσης ευαισθησίας.

Οι ΑΚΖ, πέραν των μαζών των περιβαλλοντικών εκπομπών που υπολογίζουν, εκτιμούν και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προέρχονται από τις εκπομπές αυτές.


Παράδειγμα, 1 kg εκπεμπόμενα νιτρικά προκαλούν Χ επιπτώσεις ευτροφισμού και Υ επιπτώσεις οξίνισης λιμνών. Η ποσοτικοποίηση των επιπτώσεων αυτών, σε μία κοινή βάση αναφοράς (αφού δεν προκαλεί μόνο μία ένωση ευτροφισμό ή οξίνιση), αλλά και

στη συνέχεια η έκφραση όλων των επιπτώσεων αυτών σε μία κανονικοποιημένη βάση αναφοράς, είναι από τα πιο απαιτητικά στοιχεία μίας ΑΚΖ.


Παράδειγμα, πως θα μετατρέψεις σε ίδιες μονάδες τον ευτροφισμό και

την κλιματική αλλαγή, ώστε να τα συγκρίνεις και να πάρεις μία απόφαση; Υπάρχει τελικά μία υποκειμενικότητα, όπως και στις πολυκριτηριακές αναλύσεις.

Μαζί με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, εισήχθηκε στις ΑΚΖ και η ενεργειακή κατανάλωση, ως ένα είδος περιβαλλοντικής επίπτωσης και αυτή. Πολύ αργότερα (δεκαετία του 2010) εισήχθησαν τα οικονομικά κύκλου ζωής, ως ξέχωρη μεθοδολογία. Η ενσωμάτωση των οικονομικών στοιχείων (αρκετά προφανής απαίτηση)

ονομάστηκε Life Cycle Costing (LCC), δηλαδή Οικονομική Κύκλου Ζωής (ΟΚΖ), που συνοδεύει πλέον συχνά τις κλασσικές περιβαλλοντικές ΑΚΖ.


Τα βέλτιστα σενάρια διαχείρισης μπορούν να διαφοροποιούνται σημαντικά, όχι μόνο λόγω χρήσης διαφορετικών ορίων ανάλυσης, αλλά και μεταξύ μίας ΟΚΖ και μίας ΑΚΖ στην ίδια μελέτη περίπτωσης. Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων μίας ΟΚΖ θέλει προσοχή, αφού τα οικονομικά μπορούν να ερμηνευθούν διαφορετικά, ανάλογα με την οπτική γωνία που τα βλέπει κανείς (παράδειγμα, η ελαχιστοποίηση του εργατικού κόστους σε μία ΜΕΑ είναι ωφέλιμη για τον εργοδότη αλλά δεν είναι ωφέλιμη για τους εργαζομένους και την κοινωνία).

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ακόμα μία ενδιαφέρουσα «προσθήκη» στην ΑΚΖ, που ονομάζεται κοινωνική ανάλυση κύκλου ζωής (Social Life Cycle Analysis, S-LCA). Αυτή αξιολογεί τις κοινωνικές και κοινωνιολογικές επιπτώσεις στον κύκλο ζωής ενός προϊόντος ή διεργασίας, πάλι με τη λογική «από την κούνια στον τάφο»,

δηλαδή με τη λογική που ξεκινά με τα πρωτογενή υλικά να εξέρχονται από τη γη μέχρι που διατίθενται πάλι σε αυτή. Είναι κάτι νέο, μπορεί να συνοδεύσει την ΑΚΖ και την ΟΚΖ (ή να υλοποιηθεί μόνη της) και περιέχει ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα. Η χρήση της Κ-ΑΚΖ στη ΔΣΑ είναι προς το παρόν πολύ περιορισμένη.

Μία χρονική εξέλιξη της ΑΚΖ θα μπορούσε τελικά να είναι η εξής:





1 view0 comments

Recent Posts

See All

Commentaires


bottom of page